Η γλυκύτητα της απραξίας

Εγκώμιο της εκλεπτυσμένης τεμπελιάς

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

 

Οι Ιταλοί το ονοµάζουν dolce far niente, δηλαδή η γλυκύτητα του να µην κάνεις απολύτως τίποτα. Σαν κουλτούρα θεωρητικώς είναι κοντά µας, αφού ανιχνεύεται κυρίως στην Μεσόγειο, µε την σιέστα των Ισπανών, τον δικό µας µεσηµεριανό υπνάκο, που γίνεται όλο και πιο σπάνιος για τους περισσότερους εκτός διακοπών… Σαν συνειδητή καθηµερινότητα όµως, το dolce far niente, είναι πια πολύ µακριά από πολλούς ανθρώπους του δυτικού κόσµου, όπου κι αν κατοικούν. Κυρίως εξαιτίας των µοντέρνων εργασιακών δοµών, που καλλιέργησαν και ανέπτυξαν µια κουλτούρα «σκληρής» πολύωρης εργασίας µέσα από την οποία ο άνθρωπος νοιώθει την επιτυχία και την επίτευξη µαζί µε µια αίσθηση «ταυτότητας». Την οποία σχεδόν χάνει όταν πρέπει να βρει χρόνο για τον εαυτό του και τους οικείους του, µακριά από το εργασιακό περιβάλλον. Επιπλέον, το αίσθηµα ότι «δεν προλαβαίνω» να κάνω πράγµατα, είµαι δηλαδή εξαιρετικά πολυάσχολος/η, συχνά είναι… «επιβεβαιωτικό» απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον για το πόσο καλά τα έχω πάει στην ζωή µου…! Τα χρόνια της κρίσης φάνηκε να ταρακουνούν αυτές τις πρακτικές, χωρίς όµως να τις µετασχηµατίζουν σηµαντικά. Αντιθέτως, η µακρόχρονη διάρκεια της κρίσης µοιάζει να επιδεινώνει την δυσκολία πολλών ανθρώπων να αποσυνδεθούν, να χαλαρώσουν µπαίνοντας για λίγο σε µια λειτουργική και αναζωογονητική παθητικότητα.

ΟΤΑΝ Η ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΜΟΙΑΖΕΙ… ΒΟΥΝΟ!


«Μα δεν µπορώ να κάθοµαι χωρίς να κάνω τίποτα! Νευριάζω! » ή «Θα πάτε µόνοι σας στο τάδε δασικό χωριό; Και τι να κάνετε εκεί; Εκεί δεν έχει τίποτα!» Πόσο συχνά έχουµε ακούσει ή πει παρόµοιες φράσεις; Πόσο συχνά έχουµε προγραµµατίσει διακοπές γεµάτες δραστηριότητες, αντί να πάµε λίγες µέρες στο βουνό και απλώς να χαζεύουµε τις κορφές, να διαβάζουµε το βιβλίο µας, να κάνουµε περιπάτους µε τους αγαπηµένους µας και να συζητάµε, έτσι χωρίς πρόγραµµα; Πολλές αιτίες οδηγούν στην υπερδραστηριότητα, είτε µέσα στην/ είτε έξω από την δουλειά: φόβος της πλήξης, φόβος του κενού, φόβος της σιωπής που µοιάζει να ξυπνάει τα εσωτερικά µας φαντάσµατα, όταν µένουµε µόνοι µε εµάς και κάτι πρέπει να µας κάνουµε!! Καθώς επίσης ένα κυρίαρχο συναίσθηµα ενοχής, συχνά ασυνείδητο, που έρχεται από τα παλιά και δεν το έχουµε επεξεργαστεί: ανάλογα µε την προσωπική µας ιστορία, ενοχή ότι δεν είµαστε επαρκείς, ότι δεν είµαστε επιτυχηµένοι, ότι κάτι χρωστάµε αλλά δεν ξέρουµε τι, ότι αν σταµατήσουµε για λίγο και ασχοληθούµε µε την προσωπική µας ευχαρίστηση και ηρεµία δεν αξίζουµε και πολλά ή ο άλλος θα µας το χρεώσει… Χρέη του παρελθόντος που επικαιροποιούνται συνεχώς, θέτοντας τον άνθρωπο σε µια υπόγεια υπερδιέγερση, που, µεταξύ άλλων, τον δυσκολεύει να µάθει σωστά την τέχνη του να µην κάνεις τίποτα. Γιατί, όπως όλα τα καλά πράγµατα, έχει κι αυτό την τέχνη του.

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ

Πριν δυο χρόνια παρουσιάστηκε µια πολύ ενδιαφέρουσα µελέτη του καθηγητή Μάνφρεντ Κετς ντε Βρις από το Πανεπιστήµιο Insead αφορά στην ανάγκη να υπάρχουν στην ζωή µας µικρά, συχνά διαστήµατα που δεν θα κάνουµε απολύτως τίποτα. Απευθύνεται φυσικά κυρίως στους «αλκοολικούς της εργασίας» και στις ηγεσίες των εταιρειών, όµως τα ευρήµατά της αγγίζουν όλους µας, ιδίως εκείνους που δεν έχουν ακόµα εκτιµήσει το οφέλη του να µπορείς κάποιες στιγµές να µην κάνεις τίποτα! Η µελέτη φέρει τον ωραιότατο τίτλο: «Η σηµαντικότητα της απραξίας» και σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα της, αυτή η παύση µέσα στην πολύβουη καθηµερινότητά µας είναι εξαιρετικά ωφέλιµη. Βοηθά στην παραγωγή νέων ιδεών, στην εξεύρεση θετικότερων λύσεων σε προβλήµατα, δίνει κίνητρο για δηµιουργικότητα. Ο Κετς ντε Βρις σηµειώνει ότι το να εργάζεται κανείς σκληρά δεν σηµαίνει απαραιτήτως ότι εργάζεται έξυπνα.
Μάλιστα, στα εργασιακά περιβάλλοντα όπου κυριαρχεί ο «αλκοολισµός της εργασίας» ευδοκιµούν προσωπικά ψυχικά προβλήµατα, χαµηλό ηθικό, κατάθλιψη, εξάρτηση από ουσίες, συχνές απουσίες εργαζοµένων λόγω ασθενείας και άλλα δεινά! Ο ντε Κρις συµβουλεύει: «Να χαλαρώνετε συχνά και να µην κάνετε τίποτα. ∆εν είναι µόνο ό, τι καλύτερο για την πνευµατική σας υγεία, αλλά και ο καλύτερος τρόπος για να επιλύσετε µπερδεµένες και δύσκολες υποθέσεις.» Ουσιαστικά αυτό που συµβαίνει όταν βγαίνουµε από µια συνθήκη που µας δυσκολεύει (πχ. της εργασιακής, ενός προβλήµατος στην σχέση…) και µπαίνουµε σε µια άλλη (στο να ξεφύγουµε για λίγο, κάνοντας κάτι που µας ευχαριστεί) η οποία µας αποσπά την προσοχή από την πρώτη, είναι ότι ενεργοποιούµε ασυνείδητες ή προσυνειδητές διεργασίες της σκέψης. Ενώ είµαστε απορροφηµένοι από τον περίπατο, την µουσική που ακούµε ή το βιβλίο που διαβάζουµε, το παιχνίδι µε τα παιδιά…, οι διεργασίες αυτές αντλούν από ένα ευρύ πεδίο γνώσης και πληροφόρησης που υπάρχει µέσα µας, χωρίς εµείς να πιέζουµε προς αυτή την κατεύθυνση.
Έτσι η λύση αναδύεται σε χρονική στιγµή που δεν το περιµέναµε, ή µια σκέψη για ένα σχέδιο, µια αλλαγή… Θέτουµε δηλαδή σε λειτουργία τον αυτόµατο ψυχικό πιλότο µας κι εµείς πάµε για έναν καφέ!

ΜΑΘΕ ΤΕΧΝΗ…

Το dolce far niente σηµαίνει να µπορεί να µην κάνει κανείς τίποτα για λίγο. Κι αυτό χρειάζεται πολλή… δουλειά για κάποιους! Χρειάζεται να καταλάβουν γιατί «νευριάζουν» όταν δεν κάνουν τίποτα, γιατί δεν δίνουν στον εαυτό τους την άδεια να χαλαρώσει και να απολαύσει την στιγµή, τι τους τροµάζει στην πλήξη, στο κενό διάστηµα. Και φυσικά να απενοχοποιηθούν. Χρειάζεται δουλειά για να αγαπήσεις και να φροντίζεις τον εαυτό.
Ας µην ξεχνάµε ότι η τέχνη του να µην κάνεις για λίγο τίποτα δεν είναι συνώνυµο της τεµπελιάς. Είναι µια τέχνη ενδοσκόπησης, συλλογισµού, επανεύρεσης των σηµαντικών άλλων, σύσφιξη των σχέσεων που είναι σηµαντικές για την ζωή µας. Κάνει καλό και στην υγεία µας, γιατί µειώνει τα επίπεδα του στρες, µας γεµίζει θετική ενέργεια, µάλλον µας κάνει και λίγο πιο σοφούς.
Ο Montaigne στα ∆οκίµιά του, περιγράφει ότι άκουγε συχνά κάποιους να του παραπονούνται: «∆εν έκανα τίποτα σήµερα!». «∆ηλαδή δεν ζήσατε σήµερα;», απαντούσε ο γάλλος στοχαστής. «Γιατί, ξέρετε, αυτή δεν είναι µόνο η πιο ουσιώδης, αλλά και η πιο ένδοξη από τις ασχολίες µας». Καλές και ξεκούραστες διακοπές!