Αναστασία Μαχαιρίδου 
Φιλόλογος Εκπαιδεύτρια Ποντιακής Διαλέκτου

Η Αναστασία Μαχαιρίδου γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1989, όπου ζει και εργάζεται.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από το 2014 ανήκει στο δυναμικό των διαπιστευμένων εκπαιδευτών της ποντιακής διαλέκτου, την οποία και «υπηρετεί» έκτοτε, σε τμήματα των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης και σε τμήματα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε επιστημονικά συνέδρια με θέμα την ποντιακή διάλεκτο και λαογραφία και έχει διατελέσει μέλος κριτικών επιτροπών σε διαγωνισμούς λογοτεχνίας πανελλαδικής εμβέλειας, τόσο αναφορικά με τον Ποντιακό Ελληνισμό, όσο και ποικίλης λογοτεχνικής ύλης. Έχει αναλάβει και έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικές βιβλιοπαρουσιάσεις και έχει επιμεληθεί έργα στη νεοελληνική γλώσσα, αλλά και την ποντιακή διάλεκτο. Έχει δώσει συνεντεύξεις και έχει κάνει τοποθετήσεις επί της ποντιακής διαλέκτου και της διδασκαλίας της σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές.

Επίσης, έχει συμμετάσχει στη συγγραφή του βιβλίου «Η βιογραφία του Οπλαρχηγού του Πόντου Παύλου Τσαουσίδη», του κυρίου Θεοφάνη Μαλκίδη και της κυρίας Ροζαλίας Γαβριηλίδου, με ένα έμμετρο ποίημα στην ποντιακή διάλεκτο.

Από μικρή έχει εντρυφήσει στη λαογραφία της ιστορικής πατρίδας, συμμετέχοντας σε συλλογικές δραστηριότητες, χορευτικές παραστάσεις, αναβιώσεις και αναπαραστάσεις εθίμων και λαϊκών δρωμένων.
Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, στον τομέα της Ανάλυσης και Διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας και των Διαλέκτων της.

Το ζήτημα του Κρυπτοχριστιανισμού στον Πόντο

Προσφάτως, ασχολήθηκα με την μελέτη ενός αξιολογότατου  ιστορικού μυθιστορήματος, το οποίο είχα την τύχη και την τιμή να παρουσιάσω,  που πραγματεύεται τη Γενοκτονία του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού με τρόπο ξεχωριστό. Στο βάθος της διάστασης του χρόνου η πλοκή του έργου «Χαλαμονή», φτάνει στην περιοχή του ξακουστού Σταυρίου.

Σχετική εικόνα

Το Σταυρίν είναι ένα μεγάλο χωριό, περίπου 80 χμ νότια της Τραπεζούντας και 30 χμ βόρεια της Αργυρούπολης. Περιοχή δύσβατη και χαραδρώδης για να λειτουργεί ως φυσικό οχυρό, στους πρόποδες τους όρους Κουλάτ Ντάγ«τη Αεσερί’» όπως λέμε στα ποντιακά, του όρους «Θήχης» όπως θα έλεγε ο Ξενοφών. Το όνομά του προκύπτει μάλλον από το μοναστήρι του Τιμιόσταυρου που ίδρυσαν  στην περιοχή οι μοναχοί της Μονής Βαζελώνος. Το Σταυρίν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε σημαντικότατο «κέντρο», αν επιτρέπεται η χρήση αυτού του όρου, Κρυπτοχριστιανισμού.

Οι Έλληνες μεταλλωρύχοι εξασφάλισαν από πολλά χρόνια πριν την ευμένεια του Σουλτάνου, λόγω της δεξιοτεχνίας τους και της σκληρής δουλειάς τους στα Μεταλλεία. Φυσικά, ο Σουλτάνος δεν τους χαρίστηκε, προώθησε απλώς τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας, καθώς οι εξορύξεις των μεταλλευμάτων ενίσχυαν σημαντικότατα την εθνική οικονομία. Σταδιακά, λοιπόν, οι μεταλλωρύχοι ανέρχονταν οικονομικά και κοινωνικά, γεγονός που προκάλεσε την οργή και το μένος των Τούρκων. Έτσι, προέκυψαν βίαιοι εξισλαμισμοί, που λάμβαναν χώρα ήδη από την πτώση της Βασιλεύουσας και της Τραπεζούντας. Αξίζει να σημειωθεί ως σχόλιο, πως κατά γενική ομολογία και όπως η ιστορική πορεία τεκμηριώνει, τα μοναστήρια ήταν ανέκαθεν τα κάστρα της πίστης, ενώ οι εκκλησίες, οι ναοί, υπήρξαν τα θύματα…

Αποτέλεσμα εικόνας για κρυπτοχριστιανοι του ποντου

Για να αντεπεξέλθουν στην καταπιεστική αυτή ατμόσφαιρα, να απαλλαγούν από τους εξευτελισμούς και να ζήσουν ελεύθεροι χαιρόμενοι τον πλούτο και το σεβασμό που τους αναλογούσε, οι Χριστιανοί έπρεπε να εξομοιωθούν με τους δυνάστες τους, να προσχωρήσουν δηλαδή στον ισλαμισμό. Ειδικά τη μαύρη περίοδο του 17ου-18ου αιώνα οι Χριστιανικοί πληθυσμοί βρίσκονταν στο επίκεντρο των επιδρομών και των διώξεων των Ντερεμπέηδων, που είχαν μετατραπεί σε ανυπόφορους τυράννους των χριστιανών ραγιάδων.

Ήταν πολύ φυσικό τα δεινά που υφίσταντο οι χριστιανοί να κάμπτουν μέσα στον στενό ορίζοντα του τουρκικού κράτους την ψυχική αντοχή τους και να κλονίζουν την πίστη τους και, έτσι, συνειδητά ή προσποιητά προσέρχονταν στον ισλαμισμό. Είναι αλήθεια ότι το τουρκικό κράτος «επίσημα» δε βίαζε τη θρησκευτική συνείδηση. Όμως για διάφορους λόγους το να ασπαστούν τον ισλαμισμό ήταν η μοναδική διέξοδος από τα δεινά. Μια απλή ομολογία της μουσουλμανικής πίστης τους έφερνε στην άλλη όχθη.

Ανάμεσα στους πληθυσμούς που προσήλθαν στον μουσουλμανισμό παρατηρήθηκε και το φαινόμενο του Κρυπτοχριστιανισμού. Σα φανερά Μαχμούτ αγάς και σα κρυφά Νικόλας, λέει το παραδοσιακό μας άσμα. Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου είναι γνωστοί ως Κλωστοί, με τη ρίζα του όρου στο ρήμα κλώθω της αρχαίας ελληνικής που διασώζει ακέραιο η ποντιακή διάλεκτος και σημαίνει γυρνώ. Γενικώς, ο Κρυπτοχριστιανισμός λειτούργησε ως μηχανισμός άμυνας και προστασίας οπουδήποτε κι αν οι χριστιανικοί πληθυσμοί απειλήθηκαν με εξισλαμισμό. Οι Κρυπτοχριστιανοί, ως φαινομενικά ευσεβείς μουσουλμάνοι, μπροστά στις εικόνες ικέτευαν για συγχώρεση.

Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν:

«…και εις μεν τα οθωμανικά τεμένη εισήρχοντο μετά των λοιπών Τούρκων, συμπροσηύχοντο χριστιανικάς εκφέροντες μυστικώς ευχάς, σπανιότατα έως ουδέποτε κατέλυε τις αυτών νηστείαν. Τας χριστιανικάς αυτών τελετάς εν νυκτί ή μετεμφιεσμένοι εξετέλουν, εξομολογούμενοι, μεταλαμβάνοντες, βαπτίζοντες τα εαυτών τέκνα. Απέθνησκε τις εν αυτοίς; Ενώ οι Τούρκοι εκόμιζον το πτώμα επί ταφήν, εν κρύπτη κρυφού χριστιανικού ναού συγχρόνως εξετελείτο δια τον εκφερόμενον νεκρώσιμος ακολουθία…».

Το 1856 με τη δημοσίευση της Χάρτας  του Χάτι Χουμαγιούν, που εξασφαλίζει στις εθνότητες της οθωμανικής αυτοκρατορίας την ελεύθερη άσκηση λατρείας και συνειδήσεως, προκύπτει το σπουδαιότατο δίλημμα για τους Κρυπτοχριστιανούς αν θα αποτολμήσουν να πετάξουν το θρησκευτικό προσωπείο δύο αιώνων και να δώσουν διέξοδο στην κρυφή μα αληθινή πίστη τους. Λέγεται ότι κάποιος μωαμεθανός κάτοικος της περιοχής του Όφεως, σε ανακριτικό γραφείο, έδινε τα στοιχεία του –όνομα, διεύθυνση, κτλ. Στην επίμονη απαίτηση του ανακριτή για το όνομα του παππού του, απάντησε «Εφέντη, μην πολυσκαλίζεις, θα βγει θυμιατήρι»…

Ο Κρυπτοχριστιανισμός λοιπόν, αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα προβλήματα του κεφαλαίου της πτώσης της  Μικρασίας, κατά τη 2η χιλιετηρίδα, σύμφωνα με τον Παμπούκη. Η πλουσιότατη βιβλιογραφία γύρω από το θέμα αυτό του εξασφαλίζει ιδιαίτερη θέση στην ιστορική γραμματολογία. Η Τουρκοκρατία κράτησε πολύ και όταν άλλαξαν οι κοινωνικές συνθήκες και θα μπορούσαν και οι Κλωστοί να φανερωθούν, ήταν αναπόφευκτο ότι θα αντιμετώπιζαν τον εξοργισμένο τουρκικό ενθικισμό…

 

Αναστασία Μαχαιρίδου
Φιλόλογος Εκπαιδεύτρια Ποντιακής Διαλέκτου

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here