ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Α. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΝΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ.
Τον 19ο αιώνα οι αδελφοί Γκρίμ είναι οι πρώτοι που αποπειράθηκαν να συλλέξουν και να καταγράψουν τα παραμύθια. Πολλές είναι οι θεωρίες που αποδόθηκαν για τη γένεση και τη διάδοση των παραμυθιών. Οι περισσότερες απόψεις στηρίχτηκαν στην εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Εν τούτοις, καμία από αυτές δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί ολοκληρωτικά στα ερωτήματα που προέκυψαν. Οι θεωρίες σχετικά με την καταγωγή του παραμυθιού κυριάρχησαν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα όπου αναπτύχθηκαν μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού και του εξελικτισμού, αλλά στη διαδρομή τους αντικρούστηκαν από νέες επιστημονικές απόψεις. Μολαταύτα, όλες αυτές οι θεωρίες συνεισέφεραν στην ανάπτυξη των ερευνών για το παραμύθι και εγκαινίασαν νέους ορίζοντες για την προσέγγιση αυτού.1
Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία υποστηρίζει ότι τα παραμύθια αποτελούν δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Υποστηρικτές αυτής της θεωρίας υπήρξαν οι αδελφοί Γκρίμ, οι οποίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η καταγωγή των παραμυθιών προέρχεται από μια κοινή ινδοευρωπαϊκή αρχαιότητα με κοινή γλώσσα, τη σανσκριτική. Σύμφωνα με τους αδελφούς Γκρίμ, τα παραμύθια δημιουργήθηκαν
στην κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων και από εκεί μετακινήθηκαν μαζί τους . Για τους αδελφούς Γκρίμ, τα παραμύθια αποτελούν «εκπεπτωκότες μύθοι» και μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσα από την ερμηνεία των μύθων. Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία ακολουθεί τις αρχές της μονογενετικής θεωρίας, όσον αφορά την προέλευση και το τρόπο διάδοσης του παραμυθιού. Ως εκ τούτου, η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έθεσε τις βάσεις για περαιτέρω προβληματισμό, ωστόσο, δεν έδωσε επαρκή στοιχεία για την καταγωγή των παραμυθιών καθώς πολλά ερωτήματα δεν μπόρεσαν να απαντηθούν.2
Η μυθολογική θεωρία υποστήριξε ότι τα παραμύθια κατάγονται από τους ηλιακούς μύθους των Ινδοευρωπαίων. Υποστηρικτής αυτής της θεωρίας υπήρξε ο Max Moller, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα παραμύθια βρίσκονται στο ιερό βιβλίο Rig- Veda και από την Ινδία διαδόθηκαν σε Ευρώπη και Ασία. Οι άνθρωποι έπλασαν τους μύθους προκειμένου να εξηγήσουν τα μετεωρολογικά φαινόμενα. Ο ήλιος αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο και πρωταγωνιστές ήταν ο Ουρανός, η Αυγή, η Νύχτα, κ. α. Από τα απομεινάρια αυτών των μύθων δημιουργήθηκαν τα παραμύθια. Η μυθολογική θεωρία παραβλέπει το γεγονός ότι το βιβλίο Rig- Veda δεν ήταν δημιούργημα του λαού αλλά προερχόταν από ένα ιερατείο.3
Η ινδική θεωρία διατυπώθηκε από τον Theodor Benfey, ο οποίος υποστήριξε την αρχαία ινδική προέλευση των παραμυθιών. Οι ινδικοί μύθοι προέρχονται από τη Δύση, και πιο συγκεκριμένα, από τους μύθους του Αισώπου. Σε αντιδιαστολή με τους μύθους, τα παραμύθια κατάγονται από την ινδό-βουδιστική παράδοση. Οι τρόποι μετάδοσης των παραμυθιών γινόταν: α) μέσω της προφορικής παράδοσης, β) μέσω της ισλαμικής επίδρασης του Βυζαντίου, της Ιταλίας και της Ισπανίας και γ) το βουδιστικό υλικό μεταδόθηκε μέσω της Κίνας και Θιβέτ στους Μογγόλους και από αυτούς στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Η ινδική θεωρία καταρρίφθηκε καθώς η Ινδία δεν ήταν η μοναδική πηγή δημιουργίας των παραμυθιών. Ως εκ τούτου, η ινδική θεωρία ενέχει μόνο ιστορική αξία.4
Η πολυγενετική θεωρία των εθνολόγων διατυπώθηκε από τον A. Lang, ο οποίος εναντιώθηκε στην ινδοευρωπαϊκή θεωρία στηριζόμενος στη θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου. Οι εθνολόγοι υποστηρίζουν ότι μπορούν να ερμηνευτούν τα ιστορικά απολιθώματα μέσα από τις εκδηλώσεις της καθημερινότητας κάθε λαού. Ο Lang υποστήριξε ότι με τη σύγκριση των μορφών των παραμυθιών και των ιστοριών
διαφόρων λαών είναι δυνατή η αποκάλυψη μιας ενιαίας εξελικτικής πορείας μέσα στο χρόνο. Ο Frazer υποστήριξε την πολυγενετική θεωρία, όπου τα παραμύθια, οι όμοιοι μύθοι και οι ιστορίες εμφανίστηκαν σε διαφορετικούς λαούς που μπορεί να απείχαν πολύ χρονικά και τοπικά επιβεβαιώνοντας ότι οι λαοί κατά την εξέλιξη τους περνούν από τα ίδια πολιτιστικά πεδία. Η θεωρία του Lang αμφισβητήθηκε εξαιτίας του μεγαλύτερου βαθμού ομοιομορφίας στους πρωτόγονούς λαούς από αυτόν που πραγματικά ισχύει. Επίσης , η θεωρία αυτή απορρίπτει την επίδραση που ασκεί το πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον στη μετάπλαση του παραμυθιού.5
Η ιστορικό- γεωγραφική θεωρία εκφράστηκε από τη Φινλανδική Σχολή, και πιο συγκεκριμένα, από τους εμπνευστές της Karl Krohn και Antti Aarne. Η θεωρία αυτή ακολουθεί τις αρχές της μονογένησης, όσον αφορά την προέλευση και τη διάδοση του παραμυθιού. Σύμφωνα με τον Krohn, ένα παραμύθι μεταδίδεται με σταθερό τρόπο και χωρίς πολλές αλλοιώσεις στην ίδια χώρα. Ωστόσο, σε μια άλλη χώρα το παραμύθι προσαρμόζεται στο νέο πολιτιστικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, οι λαογράφοι στην προσπάθεια τους να προσδιορίσουν τον αρχικό τύπο του παραμυθιού οφείλουν να συγκεντρώσουν τις παραλλαγές τους και να ταξινομήσουν το υλικό τους γεωγραφικά και χρονολογικά και να προσδιορίσουν το αρχέτυπο. Στην Ελλάδα βασικός φορέας αυτής της θεωρίας υπήρξε ο Γ. Μέγας. Εντούτοις, υπήρξαν και αντιρρήσεις για αυτή τη θεωρία από τον Sydow, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα παραμύθια πρέπει να μεταδίδονται ακανόνιστα και όχι να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.6
Η συμβολιστική θεωρία εκφράστηκε από τους Saintyves, Gennep και Naumann. Ο Saintyves ασχολήθηκε με τα παραμύθια του Περρώ και υποστήριξε ότι προέρχονται από παλιές τελετουργίες για την υποδοχή του έτους από μεσαιωνικούς θρησκευτικούς λόγους και από μυητικές τελετές. Διαχώρισε τα παραμύθια σε τρείς ομάδες. Το έργο του στηρίχτηκε αποκλειστικά στα παραμύθια του Περρώ και αυτό ήταν λάθος καθώς δεν αποτελούν λαϊκά παραμύθια αλλά έντεχνα. Ο Gennep συσχέτισε τα παραμύθια με τον τοτεμισμό και υποστήριξε ότι οι μύθοι των ζώων είναι σημαντικοί στη ζωή όλων των φυλών. Το λάθος του ήταν ότι περιόρισε τη μελέτη του για την προέλευση του παραμυθιού στο τοτεμισμό. Τέλος, ο Naumann ισχυρίστηκε ότι στο παραμύθι εντοπίζονται στοιχεία λατρευτικών τελετών που πρέπει να εξεταστούν με προσοχή. Σύμφωνα με τον Naumann, τα παραμύθια με τους δράκους εντοπίζονται στοιχεία από
τις λατρευτικές τελετές. Οι θεωρίες τόσο του Naumann όσο του Gennep είναι σημαντικές για την κατανόηση των παραμυθιών, ωστόσο, δεν ερμηνεύουν επαρκώς την καταγωγή τους.7
Όσον αφορά την ψυχολογική-ψυχαναλυτική θεωρία, οι ψυχολόγοι εντόπισαν σύμβολα και νοήματα στο παραμύθι. Ωστόσο, πολλοί το είδαν σαν τη λογοτεχνική έκφραση ονειρικών καταστάσεων. Ο Leyen υποστήριξε ότι τα όνειρα αποτελούν την αρχή των παραμυθιών. Η ψυχολογική θεωρία προσέγγισε το παραμύθι με τρείς τρόπους: α) την κλινική προσέγγιση που αξιοποιήθηκε από τον Φρόυντ στην ψυχανάλυση, β) τη θεωρητική προσέγγιση και γ) την κειμενοαναλυτική προσέγγιση. Ο Φρόυντ μελέτησε το έντεχνο παραμύθι , το μύθο του Οιδίποδα σε συνδυασμό με τα όνειρα. Επιπλέον, μίλησε για φαντάσματα ή απεικάσματα που υφίστανται στο παραμύθι. Σύμφωνα με το Φρόυντ, τα όνειρα και το παραμύθι ικανοποιούν επιθυμίες του υποσυνείδητου αλλά και της συνείδησης. Ως εκ τούτου, αναφέρθηκε στα σύμβολα που εντοπίζονται σ’ αυτά. Ο Φρόυντ υπήρξε ο θεμελιωτής της ψυχαναλυτικής ανάγνωσης των παραμυθιών. Ο Γιούνγκ υποστήριξε ότι ο ανθρώπινός ψυχισμός είναι σύστημα δυναμικό, αυτορρυθμιζόμενο και αποτελούμενο από τρία μέρη: α) τη συνείδηση, β) το προσωπικό ασυνείδητο και γ) το συλλογικό ασυνείδητο. Ο ήρωας ενσαρκώνει διάφορες λειτουργίες που επιτελεί ο «εαυτός» του και αντιπροσωπεύει το σύμπλεγμα του ιδανικού Εγώ. Ο Μπετελχάιμ ισχυρίστηκε ότι το παραμύθι βοήθα το παιδί να απαλλαγεί από τις φοβίες του και έτσι αισθάνεται ασφαλές. Ως εκ τούτου, αμφισβητήθηκε για τις απόψεις του.8
Στόχος της μορφολογικής εξέτασης του παραμυθιού αποτελεί να δοθεί μια απάντηση στο θέμα της ομοιότητας μεταξύ των παραμυθιών από διαφορετικούς λαούς. Ο Ρώσος Β. Γ. Προπ ήταν αυτός που πρότεινε την μέθοδο της κατάτμησης του παραμυθιού στα συστατικά του μέρη για την καλύτερη μελέτη του. Ο Προπ απέρριψε την ιστορικό- γεωγραφική θεωρία ή Φινλανδική Σχολή. Η θεωρία του αναζητούσε το τι είναι τα παραμύθια. Υπήρξε υποστηρικτής του φορμαλισμού. Ωστόσο, ασχολήθηκε με τα μαγικά παραμύθια και συνέκρινε τις υποθέσεις τους. Ο Προπ μελέτησε μια συλλογή ρώσικων παραμυθιών, εντόπισε κοινές πράξεις και στοιχεία καθώς και στοιχεία που μεταβάλλονται, όπως ονόματα και ιδιότητες προσώπων. Τα σταθερά στοιχεία τα αποκάλεσε λειτουργίες και αποτελούν τα θεμελιώδη συστατικά του και ο αριθμός τους είναι περιορισμένος, μόνο τριάντα ένα. Στα ρώσικα παραμύθια, ο Προπ
εντόπισε επτά βασικά πρόσωπα. Εντούτοις, στο παραμύθι εντοπίζονται δευτερεύοντα πρόσωπα, κίνητρα και τρόποι δράσης. Ο Προπ απέδειξε ότι τα παραμύθια είναι αυτόνομα, ωστόσο, κυριαρχεί μεταξύ τους μια δομική σύνδεση. Η μορφολογία του παραμυθιού του Προπ υπήρξε σημαντική, εντούτοις, δεν έλειψαν οι αμφισβητήσεις.9
Β. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ.
Σύμφωνα με τον Walter Benjamin, υποστηρίζει ότι το παραμύθι αποτελεί μια «χειροτεχνική μορφή» επικοινωνίας η οποία φανερώνεται μέσα από τα μάτια του αφηγητή. Ο αφηγητής- παραμυθάς αποτελεί μέλος της κοινότητας και συνάμα είναι αυτός που μετέχει στην παράδοση. Η τέχνη του παραμυθά προϋποθέτει αυτοσχεδιασμό, απομνημόνευση διαμορφώνοντας με το ακροατήριο του ένα κλίμα εμπιστοσύνης και οικειότητας.10 Το παραμύθι κατέχει εξέχουσα θέση στον κόσμο της παράδοσης και οι παραμυθάδες απολάμβαναν την εκτίμηση από τα μέλη της κοινότητας.11 Οι παραμυθάδες ήταν κυρίως άνδρες, ειδικότερα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Ωστόσο, υπήρχαν και γυναίκες παραμυθούδες. Σύμφωνα με τον Κυριακίδη , οι γυναίκες αφηγούνταν το παραμύθι με σύντομο και απλό τρόπο. Από την αφήγηση δεν έλειπαν και τα παιδία όπου έλεγαν τα παραμύθια προκειμένου να γελάσουν.12
Η ανάγκη για επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της κοινότητας αποτελεί την πιο σημαντική κοινωνική λειτουργία της δραστηριότητας της αφήγησης. Η αφήγηση του παραμυθιού αποτελούσε έναν τρόπο ψυχαγωγίας καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν άλλα μέσα ψυχαγωγίας, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Η αφήγηση του παραμυθιού αποτελεί μια διαδικασία που πραγματοποιείται είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό χώρο και απευθύνεται σε μεγάλο αλλά και μικρό ακροατήριο.13 Ο χώρος όπου αφηγούνταν τα παραμύθια ήταν κυρίως τα σπίτια με αφορμή κάποια γιορτή, στις επισκέψεις και στα σπεροκαθίσματα. Τα μέλη της
κοινότητας άκουγαν τα παραμύθια καθώς ξεφλούδιζαν διάφορους καρπούς ή κατά τη διάρκεια του γνεσίματος. Άλλοι χώροι συγκέντρωσης ήταν οι φούρνοι, το τσαγκαράδικο, τα καΐκια και οι μύλοι. Οι τσαγκάρηδες, οι βοσκοί, οι ναυτικοί και οι καμινάδες ήταν οι πιο άξιοι και καλύτεροι αφηγητές.14
Στόχος του παραμυθιού ήταν να ψυχαγωγήσει το ακροατήριο του και να εκπληρώσει μια επιθυμία, μιας αφελούς ηθικής αλλά και μιας απόλυτης δικαιοσύνης. Το παραμύθι αποκαθιστά μέσω της φαντασίας την πραγματικότητα καθώς επεμβαίνει στην πραγματικότητα. Εξεργάζονταν τις αδικίες σε κοινωνικό επίπεδο και συνάμα εκτελούσε τις προσδοκίες και τα όνειρα των ακροατών του.15 Το παραμύθι αποτελούσε τον «αντικαθρεφτισμό της πραγματικότητας», όπως την έβλεπαν οι αφηγητές- παραμυθάδες.16
Μέσω του παραμυθιού αποκρυσταλλώνεται η κοσμοθεωρία των ευρύτερων κοινωνικών ομάδων συγκροτώντας μια εξαιρετική κοινωνική μαρτυρία. Το παραμύθι λειτουργούσε ως μέσω διαπαιδαγώγησης από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους. Η θεματολογία των παραμυθιών ήταν ποικίλα, ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στη διδασκαλία των ηθικών αξιών όπως της καλοσύνης, της αλληλοβοήθειας, της ευσπλαχνίας καθώς και με θέματα που αφορούν τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Επιπλέον, το παραμύθι συνετέλεσε στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού βοηθώντας το να ανακαλύψει τις κλίσεις του και την ταυτότητα του επισημαίνοντας τις εμπειρίες που χρειαζόταν έτσι ώστε να αναπτυχθεί πνευματικά, κοινωνικά και συναισθηματικά.17 Επιπρόσθετα, το παραμύθι ηρεμούσε τα παιδία και τα ετοίμαζε για να κοιμηθούν προκειμένου να έχουν χρόνο οι μεγάλοι να εργαστούν.18
Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται ότι το παραμύθι αποτελεί ένα είδος της λαϊκής λογοτεχνίας που κατείχε ξεχωριστή θέση στην παραδοσιακή κοινότητα. Κατά τον 19ο και 20ο αιώνα διαμορφώθηκαν διάφορες θεωρίες για τη γένεση και τη διάδοση των παραμυθιών. Οι θεωρίες αυτές διαμορφώθηκαν με άξονα τις θεωρίες της πολυγένεσης και της μονογένεσης. Ο ρόλος του παραμυθιού υπήρξε πολύπλευρος καθώς αποτελούσε το βασικό μέσο επικοινωνίας και ψυχαγωγίας για τον κόσμο της παράδοσης, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν άλλα μέσα όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Εκτός από τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα, το παραμύθι ενέχει και
παιδαγωγικό χαρακτήρα με ηθικές συνιστώσες καθώς συνέβαλε έτσι ώστε το παιδί να αναπτυχθεί κοινωνικά, πνευματικά και συναισθηματικά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Δ. Δαμιανού, Μ . Παπαχριστοφόρου, «Το παραμύθι: Θεωρητικά ζητήματα»,
στο Δ. Δαμιανού κ.ά., Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα ΙΙ. Οι
Νεότεροι χρόνοι, τ. Γ΄ (Λαϊκή Φιλολογία), κεφ. 1 (1.2.1.1), ΕΑΠ, Πάτρα 2002,
σελ. 36-47.
2. Δ. Δαμιανού, «Το παραμύθι: Η τέχνη της αφήγησης», στο Δ. Δαμιανού κ.ά.,
Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα ΙΙ. Οι Νεότεροι χρόνοι, τ. Γ΄ (Λαϊκή
Φιλολογία), κεφ. 1 (1.2.4), ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ. 85-91.
3. Μ.Γ. Μερακλής, Τα παραμύθια μας, Εντός, Αθήνα 2001, σελ. 15-23.
4. Ευάγγ. Αυδίκος, Το λαϊκό παραμύθι, Οδυσσέας, Αθήνα 1997, σελ. 31-55.
5. Μ. Καπλάνογλου, Παραμύθι και αφήγηση στην Ελλάδα: Μια παλιά τέχνη σε
μια νέα εποχή, Πατάκη, Αθήνα 2001, σελ. 121-138.
6. Μ. Μπετελχάιμ, Η γοητεία των παραμυθιών (μετ. Ε. Αστερίου), Γλάρος,
Αθήνα 1997, σελ. 37-43.
ΡΙΝΔΗ ΣΤΑΥΡΙΝΗ
ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here