Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ.

Το φαινόμενο της ελληνικής διασποράς εμφανίζεται από την αρχαιότητα.
Καθώς οι Έλληνες είχαν την ανάγκη να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν και να
καλυτερεύσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους, ο ελληνικός αποικισμός εξαπλώνεται
στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι λόγοι της ελληνικής διασποράς είναι
κυρίως οικονομικοί και λιγότερο πολιτικοί. Ο ελληνισμός της διασποράς στο
Ηνωμένο Βασίλειο αντιπαραβάλλεται από ανάλογα μεταναστευτικά ρεύματα, καθώς
συνάδει στοιχεία που έγκειται στις παροικίες. Η μετανάστευση των Ελλήνων στο
Ηνωμένο Βασίλειο δεν περικλείει ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό αλλά περικλείει
όλες τις επαγγελματικές και κοινωνικές βαθμίδες, φοιτητές προπτυχιακούς και
μεταπτυχιακούς, εμπόρους αλλά και εφοπλιστές οι οποίοι καταλαμβάνουν τελικά
εξέχουσες θέσεις σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Α. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ
ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Το ελληνικό στοιχείο στο Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται τον 15ο αιώνα.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, πολλοί Έλληνες, ως επί το πλείστον
λόγιοι, θα εγκατασταθούν στα Βρετανικά νησιά προσδοκώντας καλύτερους όρους
εργασίας και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης (Χασιώτης Ι., 1993, σ.42). Η συμβολή
των λογίων που εγκαταστάθηκαν στα βρετανικά νησιά υπήρξε μεγάλη καθώς
συνέβαλε στη διάδοση της τυπογραφίας στον Ελλαδικό χώρο, ενώ θεωρείται ότι ο
ελληνισμός στην Αγγλία πρωτοεμφανίστηκε στα χρόνια του Πυθέα (Τσιμπιδάρος Β.,
1974, σ.21, Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, 2003, σ.165). Από τα τέλη του 16ου αιώνα
πολλοί Έλληνες, κυρίως ναυτικοί και έμποροι περιηγούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο,
ενώ κατά τον 16ο και 17ο αιώνα αρκετοί Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της
Αλεξάνδρειας επισκέφτηκαν την Οξφόρδη για να σπουδάσουν (Χαρλαύτη Τζ., 2006,
σ.97). Στα μέσα του 18ου αιώνα η ελληνική παρουσία στα βρετανικά νησιά υπήρξε
εξίσου σημαντική καθώς μετέφερε το εξαγωγικό εμπόριο της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας το ίδιο περίπου διάστημα που ως κομβικό σημείο της χώρας
αναδείχθηκε το Λονδίνο. Τον 19ο αιώνα, τα βρετανικά νησιά διανύουν μια εποχή
μεγάλης ακμής τόσο σε οικονομικό και εμπορικό, όσο σε ναυτιλιακό επίπεδο
κυριαρχώντας σε παγκόσμια κλίμακα. Την ίδια εποχή, δηλαδή τον 19ο αιώνα, το
ελληνικό στοιχείο στο Ηνωμένο Βασίλειο δραστηριοποιείται κυρίως στη ναυτιλία και
στο εμπόριο, δίνοντας τεράστια ώθηση στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου, το
οποίο ανάγεται στις πιο ισχυρές οικονομικά χώρες σε όλη την Ευρώπη (Χαρλαύτη
Τζ., 2006, σ.95). Οι Έλληνες μετανάστες από τα μέσα του 19ου αιώνα
εγκαταστάθηκαν στην Αγγλία και την Ουαλία, και πιο συγκεκριμένα, σε πόλεις με
οικονομική ευρωστία (Πετράκη Κ., και συν., τόμ. Α, 2010, σ.275) και με έντονη
εμπορική δραστηριότητα ή σε πόλεις που διαθέτουν λιμάνια όπως το Λίβερπουλ και
το Κάρντιφ (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.163). Κατά τον 20ο αιώνα το κέντρο των
ελλήνων εφοπλιστών και ο πρώτος πόλος έλξης της Ελληνικής διασποράς υπήρξε το
Λονδίνο ενώ το Κάρντιφ ήταν ο δεύτερος προορισμός των Ελλήνων μεταναστών,
κυρίως ναυτεργατών και ναυλομεσιτών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα (Χαρλαύτη
Τζ., 2006, σ.99). Οι ελληνικές κοινότητες δημιουργήθηκαν σχετικά γρήγορα στο
Ηνωμένο Βασίλειο, με τις πρώτες να εμφανίζονται στο Λονδίνο και το Μάντσεστερ
το 1839 (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.145), ενώ επιπλέον στο Μάντσεστερ το 1861
λειτούργησε η πρώτη Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β,
2003, σ.161).
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού στοιχείου στο Ηνωμένο
Βασίλειο αποτελεί η έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση. Ο Ελληνισμός της
διασποράς στο Ηνωμένο Βασίλειο περικλείει την επιχειρηματική και την εφοπλιστική
κοινότητα που έχουν την έδρα τους στο «Σίτυ» του Λονδίνου. Οι Έλληνες φοιτητές
προπτυχιακών και μεταπτυχιακών που φοιτούν στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν μια
επιπλέον κατηγορία των Ελλήνων της διασποράς που φτάνουν περίπου τους 25.000
οι οποίοι, επωφελούμενοι από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
πληρώνουν χαμηλά δίδακτρα. Ακόμα, ο Ελληνισμός της διασποράς στο Ηνωμένο
Βασίλειο περιλαμβάνει μικτούς γάμους καθώς και τα χαμηλότερα στρώματα (Ρούσου
Μ., και συν., τόμ. Β, 2003, σ.159 και σ.166).
Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό του Ελληνισμού της διασποράς στο
Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί η θρησκευτική παρουσία της ορθόδοξής εκκλησίας. Οι
Ελληνορθόδοξες κοινότητες της βρετανικής επικράτειας υπάγονταν στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο ως το 1922, οπότε και μεταβίβασαν τα δικαιώματά τους στην Εκκλησία
της Ελλάδος. Το 1922 η Ιερά Σύνοδος ίδρυσε τη Μητρόπολη Θυατείρων που εδρεύει
στο Λονδίνο, η οποία πήρε το όνομά της από την αρχαία επισκοπή Θυατείρων της
Μικράς Ασίας. Στα μέσα του 17ου αιώνα στο Σόχο ιδρύεται ο πρώτος ορθόδοξος ναός
ενώ στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ελληνισμός της διασποράς εκκλησιάζεται στη ρώσικη
ορθόδοξη εκκλησία του Λονδίνου, καθώς ο ελληνορθόδοξος ναός κατασχέθηκε από
τους Άγγλους χωρίς καμία δικαιολογία ή αντάλλαγμα. Στη Μητρόπολη Θυατείρων,
εκτός από τους ελληνόφωνους, περιλαμβάνονται και αγγλόφωνοι ορθόδοξοι, γεγονός
που καθιστά αναγκαίο τον διορισμό αγγλόφωνων ιερέων. Ακόμη, η θεία λειτουργία
μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, 2003,σ160-161,
σ.165).
Το Ηνωμένο Βασίλειο υποδέχτηκε μετανάστες από όλο τον κόσμο και
μάλιστα «εκούσια». Υπήρξε χώρα υποδοχής πολιτικών προσφύγων καθώς και
θρησκευτικού φονταμενταλισμού (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, σ. σ .156-157), ενώ
οι λόγοι μετανάστευσης υπήρξαν θρησκευτικοί, οικονομικοί, πολιτικοί και
εκπαιδευτικοί.

Β. Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

Από τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας αλλά και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο οι Κύπριοι μεταναστεύουν προς το Ηνωμένο Βασίλειο (Χαρλαύτη Τζ., 2006,
σ. 96). Θεωρείται ότι η κυπριακή παρουσία στα βρετανικά νησιά οφείλεται κυρίως
στην παρουσία του Κύπριου Αριστόβουλου, ο οποίος εικάζεται ότι διέδωσε τον
χριστιανισμό στα βρετανικά νησιά (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.11).
Οι λόγοι μετανάστευσης των Κυπρίων κατά την διάρκεια της αγγλοκρατίας
ήταν κυρίως οικονομικοί αλλά και πολιτικοί. Ο αγροτικός πληθυσμός του νησιού είχε
περιπέσει σε ένδεια εξαιτίας της λειψυδρίας, της χαμηλής γεωργικής παραγωγής, της
αβάσταχτης φορολογίας καθώς και της παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος των
αγγλικών αρχών. Ένας ακόμη λόγος που συνετέλεσε στη μετανάστευση των Κυπρίων
προς το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η πολιτική αστάθεια που επικρατούσε στην Κύπρο
και πιο συγκεκριμένα, διακρίνουμε το κίνημα του 1931 και τον ένοπλο αγώνα της
Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.) κατά της αγγλοκρατίας
(Παυλάκης Α., και συν., τόμ. Α, 2002, σ. 206). Μετά το 1960 και κατά την διάρκεια
της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας του νησιού, οι λόγοι της
μετανάστευσης ήταν οικονομικοί και πολιτικοί. Η αλλαγή διακυβέρνησης, η χαμηλή
οικονομική δραστηριότητα και οι διακοινοτικές ταραχές μεταξύ των Τούρκων και
των Ελλήνων, και μετέπειτα το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή το καλοκαίρι
του 1974, είχαν σαν τραγικό αποτέλεσμα την προσφυγιά, την ανέχεια και την
εκτίναξη της ανεργίας. Ο θλιβερός συνδυασμός όλων αυτών, συνεπικουρούμενος από
την ανασφάλεια που υπήρχε διάχυτη στο νησί, υποχρέωσαν τους Κυπρίους να
μεταναστεύσουν (Παυλάκης Α., και συν., τόμ. Α, 2002, σ. 206).
Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καταγράφεται μια ραγδαία αύξηση
μετανάστευσης των Κυπρίων προς το Ηνωμένο Βασίλειο, εξαιτίας της αγγλοκρατίας
που επικρατούσε στο νησί. Ο Κυπριακός λαός μιλούσε την αγγλική γλώσσα και είχε
επαφή με την Αγγλική κουλτούρα. Όμως, οι Κύπριοι μετανάστες κατάγονται από
άπορες γεωργικές περιοχές και δεν γνώριζαν την αγγλική γλώσσα (Ρούσου Μ., και
συν., τόμ. Β, 2003, σ.157). Από το 1946 ως την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, ο
κύριος μεταναστευτικός προορισμός των Κυπρίων ήταν η Αγγλία, σύμφωνα με τη
συστηματική καταγραφή των μεταναστών από την Αγγλική κυβέρνηση. Εξαίρεση
αποτελεί το 1951 όπου το Κυπριακό μεταναστευτικό ρεύμα κατευθύνθηκε προς την
Αυστραλία (Παυλάκης Α., και συν., τόμ. Α, 2002, σ. 214) και σ’ αυτό συνέβαλε η
αλλαγή νομοθεσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία επέβαλε περιορισμούς στο
μεταναστευτικό ρεύμα εξαιτίας τους προβλήματος στέγασης των μεταναστών
(Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.246). Την περίοδο του αγώνα για την ανεξαρτησία της
Κύπρου (1955-1959), η κυπριακή παροικία στο Ηνωμένο Βασίλειο θα συμβάλει στην
ενημέρωση της κοινής γνώμης (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.245). Από τα μέσα της
δεκαετίας του 1960 η κυπριακή παροικία στη Βρετανία ανάγεται στις πλουσιότερες
και μεγαλύτερες ξένες παροικίες (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.246). Από την
ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960 μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα η Βρετανία
εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης των μεταναστών (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.202).
Ο Κυπριακός πληθυσμός που κατοικοεδρεύει στην Αγγλία φέρεται να πλησιάζει τις
300.000 εμπεριέχοντας πολύ πιθανόν δεύτερης και τρίτης γενιάς Κυπρίων (Παυλάκης
Α., και συν., τόμ. Α, 2002, σ. 204). Όμως, σύμφωνα με εκτιμήσεις ο αριθμός αυτός
φαίνεται μη ρεαλιστικός καθώς υπολογίζονται λιγότεροι από 150.000 (Τσιμπιδάρος
Β., 1974, σ.247 και Χαρλαύτη Τζ., 2006, σ. 96).

Γ. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ
ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Κοινός σκοπός των Ελλήνων και των Κυπρίων μεταναστών ήταν η μετάδοση
της πολιτιστικής ταυτότητας του ελληνισμού καθώς και η προβολή των εθνικών
ζητημάτων. Οι σχέσεις μεταξύ των Κυπρίων μεταναστών και των Ελλήνων διήλθε
από πολλά στάδια και κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, δεν έλειπαν οι εντάσεις
και οι διαξιφισμοί μεταξύ των Ελλήνων και των Κυπρίων μεταναστών. Οι δυο
κοινότητες παρουσιάζουν ιδιαιτερότητα όσον αφορά το κοινωνικό υπόβαθρο. Ένα
μεγάλο τμήμα των Ελλήνων μεταναστών ανήκει στον εφοπλιστικό και
επιχειρηματικό κύκλο, είναι υπάλληλοι μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων του «Σίτυ»
και φοιτητές, σε αντίθεση με τους Κύπριους που ένα σημαντικό μέρος κατάγεται από
αγροτικές περιοχές με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και με ολοκληρωτική αδαημοσύνη
της αγγλικής γλώσσας. Η αποδημία των Κυπρίων μεταναστών ως επί το πλείστον
ήταν εργατική αλλά μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αυτό θα
αλλάξει και μέσα σε λίγα χρόνια, το κυπριακό στοιχείο πέτυχε να αναπτύξει
υψηλότερο ανά κεφαλήν εισόδημα από το ελληνικό. Η πλειοψηφία των Κυπρίων
μεταναστών μιλά πλέον την αγγλική γλώσσα και ενστερνίζονται τους θεσμούς του
Ηνωμένου Βασιλείου (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, 2003, σ.171). Με την
ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας η κυπριακή κοινότητα απέκτησε ισχύ και
αναδείχθηκε σε μία από τις πιο εύρωστες στη Βρετανική επικράτεια (Τσιμπιδάρος Β.,
1974,σ.245). Σήμερα, οκτώ Κύπριοι και τέσσερις Έλληνες συμπεριλαμβάνονται
στους χίλιους πλουσιότερους πολίτες της Βρετανίας (Χαρλαύτη Τζ., 2006, σ. 97) και
οι Έλληνες εφοπλιστές έχουν κατακλύσει το «Σίτυ» του Λονδίνου με τα εφοπλιστικά
και ναυτιλιακά γραφεία τους (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.247). Επιπλέον κατηγορία της
Ελληνικής και Κυπριακής διασποράς αποτελούν οι φοιτητές καθώς και οι
επιστήμονες, ειδικευμένοι και ειδικευόμενοι. Η Αγγλία αποτελεί τον πρώτο πόλο
έλξης των Ελλήνων φοιτητών και στα Βρετανικά πανεπιστήμια φοιτούν 20.000-
25.000 Έλληνες και Κύπριοι φοιτητές (Χαρλαύτη Τζ., 2006, σ. 96).
Ο Ελληνισμός της διασποράς κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα
δεν ασχολήθηκε με τα πολιτικά δρώμενα της Βρετανίας. Ωστόσο, στις αρχές του 20ου
αιώνα κάποιες επιμέρους αριστερές ομάδες επιχείρησαν να ασκήσουν επιρροή στην
πολιτική ζωή. Έτσι, ιδρύθηκε ο Άγγλο-Ελληνικός Σύνδεσμος που στόχος του ήταν να
προωθήσει τα εθνικά ζητήματα της Ελλάδας (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, 2003, σ.
173). Στις μέρες μας, ο Ελληνισμός της διασποράς στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν
μπόρεσε να καταλάβει ανώτατα αξιώματα, ωστόσο προωθεί την επίλυση των εθνικών
ζητημάτων τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου, όπως την επιστροφή των
«Ελγινείων» μαρμάρων στην Ελλάδα καθώς και την επίλυση του Κυπριακού
ζητήματος (Ρούσου Μ., και συν., τόμ. Β, 2003, σ. σ. 173-174). Οι σχέσεις της
Ελλάδας με το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξαν στενές. Στην Αγγλία υπογράφτηκε το
Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας της Ελλάδας το 1830. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του
19ου αιώνα , η Αγγλία συνετέλεσε στη σύναψη δανείων έτσι ώστε να διευκολυνθεί το
ελληνικό έθνος (Τσιμπιδάρος Β., 1974, σ.66).
Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο
Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε έντονη, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πληθυσμιακό
επίπεδο. Ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελληνικής διασποράς στο
Ηνωμένο Βασίλειο είναι η έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση, κι έτσι από την μια
πλευρά παρατηρείται η παρουσία της εφοπλιστικής και επιχειρηματικής κοινότητας
και από την άλλη πλευρά οι φοιτητές και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ένα
ακόμη χαρακτηριστικό αποτελεί η θρησκευτική παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όσον αφορά το κυπριακό στοιχείο στο Ηνωμένο Βασίλειο, αρχικά ως επί το πλείστον
προερχόταν από φτωχές αγροτικές περιοχές με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ωστόσο,
μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το κυπριακό στοιχείο παρουσιάζει
ισχυρή επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα αίτια μετανάστευσης τόσο των Ελλήνων
όσο και των Κυπρίων υπήρξαν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, στόχος των Ελλήνων
και των Κυπρίων μεταναστών αποτελεί η μετάδοση της πολιτιστικής μας
κληρονομίας και η προβολή των εθνικών ζητημάτων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κόντης Α., Φακιόλας Ροσέτος κ..ά., Ελληνισμός της Διασποράς. Ιστορική αναδρομή,
εννοιολογικές αποσαφηνίσεις, τμ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα, 2002, σελ.195-222.
Λουκέρης Κ., Πετράκη Κ., Οι δρόμοι των Ελλήνων η ιστορία των ελληνικών
κοινοτήτων στις πέντε ηπείρους εκδ.Polaris, Αθήνα 2010, σελ.275.
Παπαγιάνης Δονάτος, Κόντης Α., κ.ά. Ελληνισμός της Διασποράς στην Ευρώπη τ.
Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα 2003, σελ.155-179.
Τσιμπιδάρος Β., Οι Έλληνες ατην Αγγλία, Αθήνα, εκδόσεις Αλκαίος 1974, σελ.11-
247.
Χασιώτης Ι. Ιωάννης, Κατσιαρδή-Hering Ολγα, Αμπατζή Α. Ευρυδίκη (επιμ), Οι
Έλληνες στη Διασπορά 15ος -21ος αι,. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2006, σελ.95-
104.
Χασιώτης Ι., Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Θεσσαλονίκη,
Βάνιας 1993, σελ.42.

ΡΙΝΔΗ ΣΤΑΥΡΙΝΗ

ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ