Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Όπως γνωρίζετε, με ενδιαφέρον και συνέπεια παρακολουθούμε τις εξελίξεις που σχετίζονται με την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου και την ρύθμιση των σχέσεων γονέων – τέκνων.
Πριν από μερικούς μήνες στην Ολομέλεια της Βουλής (απάντηση στην επίκαιρη ερώτηση υπ’ αριθμόν 10.071 του κ. Λοβέρδου) καθώς και σε μία σειρά συνεντεύξεων που έχετε παραχωρήσει στον Τύπο δεσμευτήκατε ότι «η συνεπιμέλεια θα είναι το ελάχιστο δεδομένο που θα υπάρχει στην νομοθετική πρωτοβουλία», αναγνωρίζοντας πως το νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα έχει διαμορφώσει μία παθογένεια με «ένα και μόνο θύμα, το παιδί».
Εντούτοις, την 24η.02.2021, παρουσιάστηκε και εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, νομοσχέδιο, σύμφωνα με το οποίο καθιερώνεται η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και από τους δύο (2) γονείς μετά το διαζύγιο, ενώ απουσιάζει η «συνεπιμέλεια», ως λέξη, άρα κι ως έννοια. Επιχειρώντας να εντοπίσουμε σε ποια σημεία του «νέου» νομοθετήματος έγκειται η «μεταρρύθμιση», παραθέτουμε προς αντιπαραβολή το άρθρο 1510 ΑΚ – Γονική Μέριμνα, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 18η/02/1983, το οποίο ορίζει ότι: «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, την διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του». Με μία ανάγνωση των δύο (2), εύκολα κάθε πολίτης μπορεί να διαπιστώσει (ακόμη κι αν δεν έχει νομικές γνώσεις) ότι στο προωθούμενο νομοσχέδιο δεν υφίστανται βελτιωτικές τροποποιήσεις που θα περιφρουρήσουν το δικαίωμα των παιδιών στην εξίσου συν ανατροφή από τους γονείς τους, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η δικαστηριακή πρακτική έχει παγιώσει τον διαχωρισμό μεταξύ γονικής μέριμνας και επιμέλειας, αποδίδοντας σε ποσοστό 98 % των περιπτώσεων την αποκλειστική επιμέλεια στον έναν γονέα. Η διαπίστωση αυτή δε, ενισχύεται από την επικείμενη θέσπιση μαχητού τεκμηρίου του 1/3 για την επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα, με τον οποίον δεν διαμένει.
Δικαιολογημένα διερωτόμαστε λοιπόν, με ποιον τρόπο θα διασφαλιστεί η νομική ισότητα των γονέων, όταν τονίζεται η διάκριση τους σε διαμένοντες ή μη με το τέκνο ή σε ασκούντα την επιμέλεια γονέα και μη (καθότι η τελευταία θα μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στον ένα από τους δύο γονείς ακόμη και επί απλής διαφωνίας μεταξύ τους); Πώς κατοχυρώνεται το δικαίωμα του παιδιού να φροντίζεται ισότιμα από τους δύο (2) γονείς του, όταν με την «ευλογία» του νόμου πρόκειται να στερηθεί τον ίσο χρόνο διαβίωσης με έκαστο γονέα και την εναλλασσόμενη διαμονή του στα δύο (2) σπίτια του;
Όλα τα παραπάνω εκτεθέντα καθιστούν και τον πλέον καλόπιστο συνομιλητή όχι μόνο διαψευσμένο, αλλά του δημιουργούν και εύλογα ερωτηματικά για αυτήν την καθοριστική απόκλιση μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης.
Εν κατακλείδι, σας καλούμε να μας γνωστοποιήσετε ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντες που συνέβαλαν στην μεταβολή της θετικής σας πρόθεσης, ιδίως με δεδομένο ότι: α) οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας (ψήφισμα 2079/2015 του Συμβουλίου της Ευρώπης) β) οι γνωμοδοτήσεις της πλειονότητας των επιστημονικών κοινοτήτων των πεδίων ψυχικής υγείας και κοινωνιολογίας, οι οποίες έχουν εκφρασθεί με όλους τους τρόπους και γ) η τοποθέτηση της Συνηγόρου του Πoλίτη, συγκλίνουν στην κατά νομικό τεκμήριο νομική και φυσική συνεπιμέλεια ως το ιδανικό πρότυπο ανατροφής υγιών παιδιών. Πέραν αυτών, όμως, με την διαφαινόμενη «ανακολουθία» φαίνεται να αγνοείται η θέση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία μέρα με την ημέρα ενημερωμένη συσπειρώνεται και απαιτεί η εν λόγω νομοθετική πράξη να μην υποκύψει στην παραδοσιακή πολιτική πρακτική.
Με εκτίμηση,
«Ενεργοί Μπαμπάδες για τα δικαιώματα του παιδιού ΑΜΚΕ»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here