Οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε ένα δίλημμα την άνοιξη του 1967. Η πρεσβεία της Αθήνας και ο σταθμός της CIA είχαν προτείνει τη διεξαγωγή μιας μυστικής επιχείρησης που θα επηρέαζε το ποιους βουλευτές θα εξέλεγε η Ενωση Κέντρου, έτσι ώστε να αποδυναμωθεί ο ρόλος του Ανδρέα και της ομάδας του στη νέα κυβέρνηση. Δεν ήταν λίγοι οι εκπρόσωποι του αθηναϊκού κατεστημένου που προσέγγιζαν τους Αμερικανούς για να εξασφαλίσουν τη στήριξή τους σε ένα πραξικόπημα. Η απάντηση που έπαιρναν έμοιαζε με «πορτοκαλί φως». Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι συμμερίζονταν την ανησυχία των ενδιαφερομένων αλλά δεν έδιναν το δικό τους «ΟΚ».
Ο Παπαδόπουλος διατηρούσε όμως σχέσεις, λόγω της σταδιοδρομίας του στην ΚΥΠ, με Ελληνοαμερικανούς που εργάζονταν στην αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών. Ηταν σχέσεις καθαρά προσωπικές με Ελληνοαμερικανούς που είχαν τις ίδιες ακραία ψυχροπολεμικές και αντικομμουνιστικές αντιλήψεις με τον ίδιο. Το τι έλεγαν μεταξύ τους δεν το γνωρίζουμε γιατί δεν αποτυπώθηκε ποτέ σε έγγραφα. Μπορεί όμως εύκολα κανείς να συμπεράνει ότι η ελληνοαμερικανική «μαφία», όπως αυτοαποκαλούνταν οι Ελληνοαμερικανοί πράκτορες της εποχής, έδινε τα δικά της μηνύματα στον μετέπειτα δικτάτορα.
Η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η CIA ήξερε για τη συνωμοτική ομάδα της τριανδρίας, σε μεγάλο βάθος και με πολλές λεπτομέρειες. Οι σχετικές αναφορές διακόπηκαν ξαφνικά εβδομάδες πριν από το πραξικόπημα. Δύο εκδοχές υπάρχουν: είτε ο Παπαδόπουλος διέκοψε κάθε επαφή με την πηγή των πληροφοριών για λόγους συνωμοτικότητας είτε η πηγή αποφάσισε να προστατεύσει το εγχείρημα.
Καμία, όμως, αμφιβολία δεν μπορεί να έχουμε σήμερα για το τι πίστευαν οι αμερικανικές υπηρεσίες και το Πεντάγωνο για την Ελληνική Δημοκρατία και το νέο καθεστώς. Οι Αμερικανοί αξιωματικοί της στρατιωτικής αποστολής ήταν οι μεγαλύτεροι συνήγοροι της νέας κυβέρνησης. Ο σταθμάρχης Τζακ Μόρι, πάλι, διάβασε το τηλεγράφημα που του έδωσε ο πρέσβης Φίλιπς Τάλμποτ λίγες ώρες μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος με τίτλο «Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας». Και μετά σχολίασε: «Καλά, πώς μπορείς να βιάσεις μία πόρνη;».
Οι ΗΠΑ πλήρωσαν αργότερα το τίμημα της άκριτης υποστήριξης στη δικτατορία.